Θερμομονωτικά υλικά και διαπνοή: O πνεύμονας του κτιρίου 

Θερμογέφυρες
23/02/2020
Κατηγορίες Ακαυστότητας Σύμφωνα με το πρότυπο ΕΝ 13501-1
24/02/2020

Θερμομονωτικά υλικά και διαπνοή: O πνεύμονας του κτιρίου 

Η διαπνοή των θερμομονωτικών υλικών είναι σημαντική  σε σχέση με την επίδραση της υγρασίας σε αυτά και κατ’ επέκταση με την ενεργειακή τους απόδοση. Χαρακτηριστικό μέγεθος που δείχνει την ικανότητα διαπνοής ενός υλικού είναι ο συντελεστής αντίστασης στη διάχυση υδρατμών, μ. Ο συντελεστής μ δηλώνει πόσο μεγαλύτερη αντίσταση στη διάχυση υδρατμών παρουσιάζει ένα υλικό από ένα στρώμα αέρα ίδιου πάχους στις ίδιες συνθήκες περιβάλλοντος. Έτσι ορίζεται ότι ο αέρας έχει τιμή μ=1. Κατά συνέπεια για ένα υλικό όσο μεγαλύτερη είναι η τιμή του, μ, τόσο δυσκολότερα οι υδρατμοί διέρχονται μέσω της μάζας του. 

Στα προϊόντα εξηλασμένης πολυστερίνης συναντούμε συντελεστές μ=50-200 και στα προϊόντα διογκωμένης πολυστερίνης ανάλογα με την πυκνότητα τους 25-200, κατατάσσοντάς τα στα υλικά περιορισμένης διαπνοής ή αλλιώς υλικά με λειτουργική διαπνοή. Από την άλλη, ανόργανα μονωτικά υλικά όπως ο πετροβάμβακας και ο υαλοβάμβακας με συντελεστή μ=1 κατατάσσονται στη κατηγορία των απόλυτα διαπνεόντων υλικών. 

Εκτός όμως από το φυσικό μέγεθος του συντελεστή μ στην διαπνοή ενός υλικού σημαντικό ρόλο παίζει και το πάχος του υλικού. Έτσι, ο υπολογισμός της αντίστασης στη διάχυση υδρατμών, SD, που τελικά προσδιορίζει την ευκολία ή δυσκολία κίνησης των υδρατμών στο εσωτερικό ενός υλικού συγκεκριμένου πάχους, d, εκφρασμένο σε m, δίνεται από την παρακάτω σχέση :

SD = μ x d 

Όσο μεγαλύτερο πάχος μονωτικού χρησιμοποιούμε τόσο μεγαλύτερη αντίσταση στη διάχυση υδρατμών αποκτούμε και τόσο περισσότερο περιορίζουμε την διαπνοή της κατασκευής μας. Κατά συνέπεια ένα μεγαλύτερο πάχος διογκωμένης πολυστερίνη μπορεί κάλλιστα να παρουσιάζει μεγαλύτερη δυσκολία διαπνοής από ένα μικρότερο πάχος εξηλασμένης πολυστερίνης. Σε γενικές γραμμές η τοποθέτηση ενός συστήματος εξωτερικής θερμομόνωσης με αφρώδη μονωτικά, είτε εξηλασμένης είτε διογκωμένης πολυστερίνης, παρουσιάζει περιορισμένη διαπνοή σε αντίθεση με τον πετροβάμβακα που λειτουργεί ως βαλβίδα και προσφέρει πραγματική παθητική διαπνοή. 

Οι τιμές της αντίσταση στη διάχυση υδρατμών (SD) των υλικών κυμαίνονται πρακτικά από 0,01 έως 10.000 m. Υλικά με μικρή αντίσταση έως SD ≤ 0,20 m θεωρούνται υψηλής υδρατμοπερατότητας και απολύτως διαπνέοντα, ενώ τα υλικά με πολύ μεγάλη αντίσταση πάνω από SD ≥ 1.000 m θεωρούνται φράγματα υδρατμών. Υλικά με ενδιάμεσες τιμές αντίστασης (μικρής ή μέσης ή υδρατμοπερατότητας) θεωρούνται επιβραδυντές στη διάχυση υδρατμών.

Ούτε η εξηλασμένη, ούτε η διογκωμένη πολυστερίνη θεωρούνται φράγμα υδρατμών, αλλά ανήκουν στην κατηγορία των επιβραδυντών διάχυσης υδρατμών. Φράγμα υδρατμών είναι συνήθως συνθετικές μεμβράνες με φύλλο αλουμίνιου στη μάζα τους, που χρησιμοποιούνται σε μικρό πάχος, αλλά έχουν πολύ υψηλό συντελεστή αντίστασης στη διάχυση υδρατμών με τιμές μ ≥ 50.000. 

Η τοποθέτηση φράγματος υδρατμών, όταν είναι απαραίτητη, γίνεται πάντα από την εσωτερική (ζεστή) πλευρά του θερμομονωτικού υλικού, για να εμποδίζει τους υδρατμούς κατά τη διάρκεια του χειμώνα να το διαπεράσουν και να υπάρχει κίνδυνος να συμπυκνωθούν στην ψυχρότερη προς τα έξω μάζα του μονωτικού υλικού με αποτέλεσμα να μειώσουν τις θερμομονωτικές του ιδιότητες.