Στεγανοποίηση

Το νερό με τις διάφορες μορφές, υγρό – στερεό – αέριο, αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους κινδύνους για τη στεγανοποίηση των δομικών κατασκευών. Η έντονη καταστρεπτική του δράση στις δομικές κατασκευές οφείλεται κυρίως στην ικανότητα του:
  • να αποσαθρώνει χημικά και μηχανικά πλήθος δομικών υλικών.
  • να μειώνει της θερμομονωτική ικανότητα των δομικών υλικών.
  • να διευκολύνει την ανάπτυξη μικροοργανισμών.
Αν και η έννοια της στεγανοποίησης επικεντρώνεται κυρίως στη διαχείριση του νερού όταν αυτό βρίσκεται σε υγρή (π.χ. βροχή) ή στερεά κατάσταση (πάγος, χιόνι), εντούτοις σε επίπεδο προστασίας των κατασκευών είναι σημαντική και η παράλληλη διαχείριση των υδρατμών. Η διαχείριση λοιπόν συνολικά της υγρασίας αποτελεί μια βασική εργασία στη θωράκιση του κτιριακού περιβλήματος από τις καιρικές επιδράσεις. Είναι εφικτή με κατάλληλες στεγανοποιητικές στρώσεις, αλλά και στρώσεις ελέγχου της κίνησης των υδρατμών εκατέρωθεν των δομικών στοιχείων. Σε επίπεδο σχεδιασμού, η στεγανοποίηση τοποθετείται κατά το δυνατόν προς την εξώτερη θέση μιας κατασκευής. Ανάλογα της διαστρωμάτωσης του δομικού στοιχείου (π.χ. τύπος και θέση θερμομονωτικού υλικού) και της ικανότητας διαπνοής αυτής καθ’ αυτής της στεγανοποιητικής στρώσης, εφαρμόζονται κατασκευαστικές πρακτικές και υλικά που εμποδίζουν τη συμπύκνωση υδρατμών σε οποιοδήποτε τμήμα του δομικού στοιχείου.

Οι κυριότεροι τύποι στεγανοποιητικών στρώσεων είναι:

  • Ασφαλτικές μεμβράνες θερμής συγκόλλησης (π.χ. ΑPP, SBS).
  • Θερμοπλαστικές μεμβράνες που συγκολλούνται με βουλκανισμό (π.χ. Μεμβράνες ΤPO, PVC).
  • Θερμοπλαστικές μεμβράνες που συγκολλούνται με ειδικά συγκολλητικά υλικά (π.χ. EVAC, EPDM).
  • Υγρές μεμβράνες (Σιλικονούχες, Πολυουρεθανινές, Ακρυλικές, Ασφαλτικές, Τσιμεντοειδείς).